Ερωτικό # 41

δερμάτινο τζάκετ και μπότες

στο βάθος του μπαρ

σε δείχνω στον φίλο μου

σκέφτομαι να ρωτήσω αν γνωριζόμαστε από κάπου

για να σπάσω τον πάγο

προβάρω μεθυσμένους μονόλογους, μπερδεμένους,

όχι επειδή ερωτεύομαι, απλά θέλω να μου κάνεις ζημιά

και δείχνεις να μπορείς

Μαγγελάνος

Σοκολατί δέρμα που ακροβατεί ανάμεσα σ’ ηλιαχτίδες και μια ξεχασμένη καταγωγή. Τα μαλλιά της μια χαοτική τρικυμία από πυρόξανθες μπούκλες με χλωμές ανταύγειες. Ίσια μύτη, σχεδόν μυτερή, κι ολόισια δόντια πίσω απ’ ένα μυστήριο χαμόγελο που τραβάει το στόμα της περισσότερο απ’ τη μια πλευρά του προσώπου της, παρά απ’ την άλλη. Το λουρί απ’ το κορμάκι της τεντωμένο, σχεδόν δεν ακουμπά στον ώμο της. Ένα σκοτεινό ίχνος από μια ελιά πίσω του, ένα συνονθύλευμα από φακίδες, σαν χάρτης αστεριών, στο λαιμό της. Η κοιλάδα ανάμεσα στα στήθη της.

Κερασιά

σε μια κούνια κάτω από μια κερασιά

στην αυλή του παλιού μου σπιτιού

μου ζητάς ξανά και ξανά

να είμαστε φίλοι

τα κεράσια είναι κόκκινα

τα μάγουλά σου είναι κόκκινα

τα χείλη σου

τα μάτια μου

σου κρατούσα το χέρι

κι ήσουν χαρούμενη

έχω τόσες φωτογραφίες να στο αποδείξω

στα άλμπουμς μου τα χρώματα είναι λιγότερο κόκκινα

και πιο αληθινά

αλλά η καρδιά μου το αίμα ο θυμός το τέλος το χάος είναι πιο δυνατά

προσπαθώ να σου χαμογελάσω

όταν πατάς πάνω στο σώμα μου

το τακούνι σου καρφώνεται στο στήθος μου

στο μάτι μου

δυσκολεύομαι ν’ αναπνεύσω και να σκεφτώ

θέλεις να σου χαμογελάσω;

πάτα με

πάτα με δυνατά και θα βάλω τα γέλια

μόνο έτσι μπορεί να μείνουμε φίλοι

να γίνουμε φίλοι

μου αρέσει να φαντάζομαι

πως είμαι καλός εργατικός τίμιος

πως κάνω πράγματα για τους άλλους

κυρίως για τους άλλους

έχω μεγάλη φαντασία

κάνω να σου κρατήσω το χέρι

μα ζεσταίνεσαι

θέλω να σε βγάλω έξω αλλά κρυώνεις

(εγώ φταίω που ζεσταίνεσαι και κρυώνεις)

κι ύστερα προσπαθώ να σου μιλήσω και βάζεις τα κλάματα

(εγώ φταίω που τα μάτια σου γίνονται ποτάμι)

οι τρόποι μου είναι τόσο λάθος

(δεν έχω τρόπους)

κι από ότι φαίνεται σε κουβαλώ από ‘δω κι από ‘κει

και μου το λες με μίσος στα μάτια

και νιώθω πως σε πήρα μακριά απ’ την αγάπη σου

και με τρομάζει το μίσος

και λες να το ξεχάσω, αλλά δεν ξέρω πως

αυτό το βλέμμα

θέλω να σου ζητήσω συγχώρεση

που σου φέρθηκα τόσο άδικα

και – ξέρεις – όταν μου είπες πως σε τράβηξα εδώ

όταν με ρώτησες γιατί σε τράβηξα εδώ και μου πέταξες μαχαίρια

ε, με κάρφωσες

προσπάθησα να σε κάνω να καταλάβεις

ότι έχεις πολλά να κάνεις

θα ήθελα να καταλάβεις

πως έχεις πολλά να κάνεις μαζί μου

αλλά φοβάμαι τα μαχαίρια και τα μάτια σου

κι έπειτα μου λες

πως έτσι το ‘πες, λόγω της ψυχολογικής σου κατάστασης

και πως δεν είχε να κάνει μαζί μου

και δεν ξέρω αν πρέπει να πληγωθώ περισσότερο

που δεν έχεις να κάνεις μαζί μου

στεναχωριέμαι που σε στεναχωρώ

το σκέφτομαι συνέχεια

άρχισα να κάνω περισσότερες δουλειές

για να γίνω καλύτερος

να μη μου φωνάζεις

όλα τα κάνω λάθος μου λες

μιλώ άσχημα

σου χαλάω τις μέρες

τις σχέσεις

(νόμιζα ότι άλλες σχέσεις ήταν πιο σημαντικές αλλά τα κάνω όλα λάθος όπως λες κι οι δυο βδομάδες πατάνε δυο χρόνια με τακούνια στο στήθος και μαχαίρια θεέ μου τα μάτια σου κι όλα γίνονται κόκκινα και σπάνε κόβονται)

ξέρεις, νομίζω είναι το τελευταίο ψήγμα περηφάνιας μου

να σου μιλώ άσχημα

αφού κάνω όλα όσα θες

ακόμα κι εκείνα που λέω όχι

τουλάχιστον άσε με να μην έχω τρόπους

να διατηρήσω λίγο τον ανδρισμό μου

το σκέφτηκα κι αποφάσισα πως δεν φταίω κι εγώ

φταίω μόνο εγώ για όλα

θέλω να σε κάνω χαρούμενη μα σε κάνω να κλαις

σ’ όλες μας τις φωτογραφίες κλαις, στο είπα;

(πήρα ένα μαρκαδόρο και ζωγράφισα χοντρές στάλες νερού πάνω στο πρόσωπό σου και μετά τρύπησα τα μάτια μου για να μη σε βλέπω)

κι έπειτα θυμήθηκα που μου ‘πες πως είναι η ψυχολογική σου κατάσταση

και κατάλαβα

δεν σε στεναχωρώ επειδή κάνω κάτι

σε στεναχωρώ επειδή σε τράβηξα εδώ, επειδή σου χάλασα τη ζωή

επειδή είμαι εγώ και με μισείς

και μετά μου λες πως μ’ αγαπάς και το πιστεύεις

αλλά μάλλον είναι η ψυχολογική σου κατάσταση

τα ΄χεις βάλει μαζί μου αμετάκλητα

ξέχασες τα φεγγάρια τα όνειρα τις οθόνες την αναμονή τις αγκαλιές τα πάρτυ τον έρωτα την αγάπη τα φιλιά τα καλοκαίρια

κι έτσι τώρα θυμάσαι μόνο πόσο κακό κάνω στα μελλοντικά σου καλοκαίρια

και μόλις το θυμήθηκα κι εγώ

πόσο κακό μου κάνεις

πόσο δεν μπορείς να μ’ αγαπήσεις

πόσο πρέπει να μου φωνάζεις για όλα

και την επόμενη μέρα να ζητάς συγγνώμη

αλλά όπως σου χα πει απ’ όταν γνωριστήκαμε δεν πιστεύω στην συγγνώμη

είσαι εσύ κι είμαι εγώ

απλά

και προσπαθώ ν’ αλλάξω

για ‘σενα, για ΄μενα, για άλλους

αλλά δεν με βλέπεις

βλέπεις μόνο αυτόν τον κακό άνθρωπο

και γενικά ποιος πιστεύει στην αλλαγή

(και ποιος ποτέ θα προσπαθούσε ν’ αλλάξει)

είσαι πολύ τυχερή

δεν θυμάσαι τίποτα απ’ αυτά που περάσαμε

κι έτσι θέλεις να μείνουμε φίλοι

είμαι πολύ τυχερός

θυμάμαι τη μεγαλύτερη αγάπη της ζωής μου

και δεν θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου

σε μια κούνια κάτω από μια κερασιά

στην αυλή του παλιού μου σπιτιού

μου ζητάς ξανά και ξανά

να είμαστε φίλοι

δεν ξέρω γιατί το κάνεις όταν δεν με γνωρίζεις

όταν δεν με κοιτάς

σε παρακαλώ να κατέβεις απ’ την κούνια μου

και να φύγεις απ’ την αυλή

γιατί αρκετά έμεινες στις αναμνήσεις μου

χάνεις το χρόνο σου χωρίς να ξέρεις γιατί

αν έχεις τύψεις ξεπέρασέ τις, δεν μου χρωστάς τίποτα

Ίλιγγος

Βγήκαμε στην πόλη χωρις σχέδιο. Ήρθα να σε παρω απ´τη δουλεια και δεν ήξερα καν πως σε λένε. Απλώς σου ζήτησα να βγούμε και μου ‘πες πως τελειώνεις στις 8. Με πήγες σ’ ένα μπαρ που δεν είχα ξαναπάει κι ύστερα φάγαμε το πιο ωραίο βρώμικο. Με ρώτησες αν μ’ αρέσει να περπατώ και σου ‘πα όχι κι ύστερα μ’ έβαλες να περπατήσω μέχρι το κέντρο. Ανεβήκαμε στην ταράτσα ενός κτηρίου με τις σκάλες και γελούσες που γκρίνιαζα σε κάθε σκαλί. Η θέα ηταν ό,τι πιο μαγευτικό εχω δει. Τα φώτα της πόλης απο ψηλά, σαν αστέρια στην αγκαλια μας, και μου ‘δειχνες ποια γειτονιά μοιάζει με κάποιον αστερισμό. Τους είχες μάθει όλους απο τον παππού σου. Έκατσες στην άκρη της ταράτσας και φοβήθηκα. Ήταν πολυ ψηλά και σε παρακάλεσα να ‘ρθεις κοντά μου για να μην πέσεις. Απάντησες πως ο μόνος λόγος για να πέσεις θα ήταν να πηδήξεις, και πως, εγώ, που φοβάμαι είναι επειδή σε μια γωνίτσα του μυαλού μου θέλω να πέσω. Είναι εύκολο είπες και πως, εσύ, δεν φοβάσαι γιατί δεν θέλεις να πηδηξεις. Με κοίταξες στα μάτια και μου χαμογέλασες.

«Περνώ πάρα πολύ καλά» είπες.

Wendy

Πότε άλλαξες;

Μεγάλωσες.

Το παράθυρο στο δωμάτιο

κλειστό.

Έβαλες τους βώλους μου σε κουτιά

και

πέταξες τα πράγματά μου απ’ το υπόγειο.

Παιδιά με μεγάλα μάτια

έτοιμα να ζήσουν

τα πάντα.

Τι έκανες στα μαλλιά σου, Γουέντι;

Πότε άρχισες να ξεχνάς

πως να πετάξεις;

Δεν σου λείπει η περιπέτεια;

Δεν σου λείπω;

Πάντα ήσουν ξεχασιάρα.

Έχασα τη δαχτυλήθρα σου, Γουέντι

και δεν έχω άλλες

χαρούμενες σκέψεις.

Μην ξεχνάς να κάνεις χαρούμενες σκέψεις.

Μην ξεχνάς

τις χαρούμενες σκέψεις μας.